αὐτερέτης

αὐτ-ερέτης, ου, ,
A one who rows himself, i.e. rower and soldier at once,

αὐ. καὶ μάχιμοι Th.1.10

, cf. 3.18, 6.91.
2 rowing one's own boat, AP7.305 ([place name] Adaeus).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτερέτης — αὐτερέτης, ο (Α) [ερέτης] 1. κωπηλάτης και στρατιώτης ταυτόχρονα 2. αυτός που τραβάει μόνος του κουπί στη βάρκα του …   Dictionary of Greek

  • αὐτερέτης — one who rows himself masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτερέται — αὐτερέτης one who rows himself masc nom/voc pl αὐτερέτᾱͅ , αὐτερέτης one who rows himself masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτερέταις — αὐτερέτης one who rows himself masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερέτης — ο (AM ἐρέτης) κωπηλάτης αρχ. 1. (στον πληθ. μετωνυμικώς) oἱ ἐρέται τα κουπιά 2. μτφ. φρ. «κυλίκων ἐρέται» για οινοπότες ή μέθυσους. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ερέτης ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *er∂ «κωπηλατώ, κωπηλάτης» και πιθανώς προήλθε από ένα πρωταρχικό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.